ἐρωτομανής

ἐρωτο-μᾰνής, ές,=ἐρωμανής, cj. in Stoic. ap. Stob.2.7.5b9, Orph.H.55.14 codd., Ath.13.599e, Aristaenet.1.27, etc. Adv.
A

-ῶς Zonar.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρωτομανής — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτομανής — ές και ερωμανής, ές (AM ἐρωτομανής, ές και ἐρωμανής, ές) αυτός που βρίσκεται διαρκώς σε ερωτική έξαψη νεοελλ. αυτός που πάσχει από ερωτομανία. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρως, ωτος + μανής < μαίνομαι] …   Dictionary of Greek

  • ερωτομανής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. αυτός που βρίσκεται συχνά στην κατάσταση του πολύ ερωτευμένου. 2. αυτός που κατέχεται από ερωτομανία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρωτομανῆ — ἐρωτομανής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐρωτομανής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐρωτομανής masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτομανές — ἐρωτομανής masc/fem voc sg ἐρωτομανής neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτομανοῦς — ἐρωτομανής masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτομανέστατος — ἐρωτομανής masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτομανῶς — ἐρωτομανής adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτομανώ — και ερωμανώ (AM ἐρωτομανώ και ἐρωμανῶ, έω) [ερωτομανής] είμαι ερωτομανής νεοελλ. πάσχω από ερωτομανία …   Dictionary of Greek

  • ἐρωτομανεῖς — ἐρωτομανέω pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐρωτομανής masc/fem acc pl ἐρωτομανής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -μανής — (Α μανής) β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που ανάγεται σε θ. μαν τού μαίνομαι* (πρβλ. μανία) και χαρακτηρίζει άτομα που κατέχονται από μεγάλη επιθυμία, που επιδιώκουν μανιωδώς ή που τούς αρέσει υπερβολικά κάτι.Σύνθετα σε μανής: ανδρομανής,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.